Διαφραγματοκήλη είναι η πάθηση κατά την οποία τμήμα του στομάχου μετατοπίζεται από την κοιλιακή προς τη θωρακική κοιλότητα, περνώντας μέσα από το οισοφαγικό τρήμα του διαφράγματος. Το διάφραγμα είναι ο μυς που διαχωρίζει τον θώρακα από την κοιλιά και αποτελεί τον σημαντικότερο μυ της αναπνοής.
Η διαφραγματοκήλη εμφανίζεται όταν οι ιστοί που στηρίζουν την περιοχή εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διευρύνεται το άνοιγμα του διαφράγματος, επιτρέποντας σε τμήμα του στομάχου να μετακινηθεί προς τον θώρακα. Για τον λόγο αυτό, η πάθηση είναι συχνότερη σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών.
Η διαφραγματοκήλη δεν εμφανίζεται πάντα με την ίδια μορφή. Ανάλογα με τα ανατομικά χαρακτηριστικά της, διακρίνεται στους παρακάτω τύπους:
Ωστόσο το 98% των περιπτώσεων πρόκειται για οισοφαγοκήλη η οποία με τη σειρά της μπορεί να έχει τρεις μορφές:
Ολισθαίνουσα
Aντιπροσωπεύει το 85% των περιπτώσεων. Προκύπτει όταν το κατώτερο τμήμα του οισοφάγου, η καρδιοοισοφαγική συμβολή και τμήμα του στομάχου εισέρχονται στην θωρακική κοιλότητα μέσω του οισοφαγικού τρήματος.
Παραοισοφαγική
Εμφανίζεται σε 30 στα 100.000 άτομα, αντιπροσωπεύει περίπου το 5% των περιπτώσεων και επηρεάζει κυρίως ηλικιωμένους.
Μικτή
Aντιπροσωπεύει το 10% των περιπτώσεων και προκύπτει ως συνδυασμός ολισθαίνουσας και παραοισοφαγικής κήλης.
Η διαφραγματοκήλη εμφανίζεται όταν εξασθενεί ο στηρικτικός μηχανισμός του διαφράγματος και αυξάνεται η πίεση μέσα στην κοιλιά. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων διευκολύνει τη μετατόπιση μέρους του στομάχου προς τη θωρακική κοιλότητα μέσω του οισοφαγικού τρήματος.
Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαφραγματοκήλης είναι:
Επιπλέον, κάθε κατάσταση που προκαλεί αυξημένη ενδοκοιλιακή πίεση μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξή της, όπως:
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυξημένη συσπαστικότητα του οισοφάγου φαίνεται επίσης να σχετίζεται με την εμφάνιση της πάθησης.
H συγκεκριμένη πάθηση σπάνια προκαλεί από μόνη της συμπτώματα εκτός κι αν το μέγεθος της είναι πολύ μεγάλο. Συνηθέστερα συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν την ύπαρξη διαφραγματοκήλης είναι οι έντονες καούρες, οι οποίες επιδεινώνονται με το σκύψιμο ή την κατάκλιση, καθώς και η δύσπνοια και η ανώμαλη πέψη. Επιπλέον, αρκετοί ασθενείς εμφανίζουν ενόχληση ή δυσκολία στην κατάποση και έντονο θωρακικό πόνο.
Η διάγνωση της διαφραγματοκήλης βασίζεται αρχικά στο ιατρικό ιστορικό και την κλινική εξέταση του ασθενούς. Για την επιβεβαίωση της διάγνωσης και την εκτίμηση του τύπου και της βαρύτητας της πάθησης, ο ιατρός μπορεί να συστήσει μία σειρά από απεικονιστικές και λειτουργικές εξετάσεις.
Οι συνηθέστερες εξετάσεις περιλαμβάνουν τη γαστροσκόπηση. Η εξέταση αυτή επιτρέπει τον έλεγχο του οισοφάγου και του στομάχου, καθώς και την ανίχνευση πιθανής οισοφαγίτιδας ή οισοφάγου Barrett. Η μανομετρία του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα αξιολογεί τη λειτουργία και την κινητικότητα του οισοφάγου. Παράλληλα ο ακτινολογικός έλεγχος μετά από κατάποση σκιαγραφικού (βαρίου ή γαστρογραφίνης) αναδεικνύει τη μετατόπιση του στομάχου προς τον θώρακα και βοηθά στην αναγνώριση του τύπου της διαφραγματοκήλης. Σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματοποιείται και αξονική τομογραφία, η οποία παρέχει λεπτομερή εικόνα του μεγέθους της διαφραγματοκήλης και της έκτασής της.
Στα αρχικά στάδια, στόχος είναι η ανακούφιση των συμπτωμάτων και κυρίως ο έλεγχος της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
Η συντηρητική θεραπεία περιλαμβάνει αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη διατροφή, καθώς και φαρμακευτική αγωγή όταν κρίνεται απαραίτητη. Ενδεικτικά, συνιστάται η απώλεια σωματικού βάρους σε περιπτώσεις παχυσαρκίας, η υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής με μικρά και συχνά γεύματα, καθώς και ο περιορισμός των λιπαρών και ιδιαίτερα βαριών γευμάτων. Παράλληλα, φάρμακα που μειώνουν την παραγωγή γαστρικού οξέος μπορούν να συμβάλουν στον έλεγχο της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης και στην ανακούφιση από τις καούρες και τη δυσπεψία.
Η χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται όταν τα συμπτώματα επιμένουν παρά τη συντηρητική ή τη φαρμακευτική αγωγή ή όταν υπάρχουν επιπλοκές που αυξάνουν τον κίνδυνο για τον ασθενή. Επιπλέον, η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για τις παραοισοφαγικές διαφραγματοκήλες, καθώς και για μεγάλες διαφραγματοκήλες που προκαλούν έντονα συμπτώματα.
Χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί επίσης να συστηθεί στις παρακάτω περιπτώσεις:
Η λαπαροσκοπική αποκατάσταση της διαφραγματοκήλης αποτελεί σήμερα τη μέθοδο εκλογής για τη χειρουργική αντιμετώπιση της πάθησης. Πραγματοποιείται μέσω τεσσάρων μικρών τομών στο κοιλιακό τοίχωμα, προσφέροντας μικρότερο μετεγχειρητικό πόνο και ταχύτερη ανάρρωση σε σύγκριση με την ανοικτή επέμβαση.
Κατά τη διάρκεια της επέμβασης, ο χειρουργός επανατοποθετεί το στομάχι στη φυσιολογική του θέση, συγκλείει το άνοιγμα του διαφράγματος και, όταν απαιτείται, πραγματοποιεί αντιπαλινδρομική επέμβαση (θολοπλαστική), ώστε να μειωθεί η πιθανότητα γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
Η επέμβαση πρέπει να πραγματοποιείται από χειρουργό με εμπειρία στην προχωρημένη λαπαροσκοπική χειρουργική του ανώτερου πεπτικού συστήματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ασθενής παραμένει στο νοσοκομείο για μία έως δύο ημέρες και επιστρέφει σύντομα στις καθημερινές του δραστηριότητες.
Ο Γενικός Χειρουργός Φώτης Αρχοντοβασίλης διαθέτει πολυετή εμπειρία στη λαπαροσκοπική χειρουργική και στην αντιμετώπιση παθήσεων του ανώτερου πεπτικού συστήματος. Με σύγχρονες ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές αντιμετωπίζει τη διαφραγματοκήλη με ασφάλεια και αξιοπιστία, προσφέροντας ταχύτερη ανάρρωση και άμεση επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες. Επικοινωνήστε μαζί μας για να προγραμματίσετε την αξιολόγησή σας και να ενημερωθείτε για την καταλληλότερη θεραπευτική προσέγγιση για τη δική σας περίπτωση.